συναπερείδω Save LSJ Pape συναπ-ερείδω, v. συνεπερείδω. συναπερείδω, mit od. zugleich unterstützen ; τῷ λόγῳ σφοδρῶς συναπερείσας ἐπὶ τὸν Καίσαρα τὴν ὑπόνοιαν, Plut. Cic. 21 ; s. συνεπερείδω.