τύχος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell τύχος, ὁ, v. τύκος. τύχος, ου (ὁ) c. τύκος, Thgnst. p. 24, l. 32. τύχος -ου, ὁ zie τύκος. τύχος, ὁ, s. τύκος. τύχος, ὁ, τεύχω = τύκος, Theogn.