τυχάζομαι
τῠχ-άζομαι,
- = στοχάζομαι, Hsch.: aor. part. τυχασάμενον in Erot. is prob. a variant for στοχασάμενον in Hp. Art. 4.
τυχάζομαι [ῠ] c. στοχάζομαι ou τυγχάνω, Hpc. (Erot. 362).
Étym. τύχη.
τυχάζομαι, = στοχάζομαι, τυγχάνω, Gramm.