φλογόεις
φλογό-εις, εσσα, εν,
- = φλόγεος, πῦρ Alex.Eph. ap. Theo Sm. p.140 H.; Ζεύς Orph. H. 20.2; of the eyes, flashing, Mosch. 1.8; κύων AP 12.225 (Strat.); σέλας Opp. H. 2.536.
φλογόεις, όεισα, όεν, c. φλογερός, Mosch. 1, 8 ; Orph. H. 19, 2 ; en parl. des yeux, Anth. 12, 225, etc.
φλογόεις, όεσσα, όεν, poet. = φλογερός, φλόγεος, κύων Strat. 67 (XII.225).
φλογόεις, εσσα, εν
= φλόγεος, Anth.