φλογώψ
φλογ-ώψ, ὁ, ἡ,
- = φλογωπός, ἀντολαί A. Pr. 791.
φλογ·ώψ, ῶπος (ὁ, ἡ) c. φλογωπός, Eschl. Pr. 791.
φλογώψ, ῶπος, = φλογωπός, Aesch. Prom. 793 πρὸς ἀντολὰς φλογῶπας ἡλιοστιβεῖς.
φλογώψ
= φλογωπός, Aesch.