φραδάω
φρᾰδ-άω,
- = βουλεύομαι, Hdn.Gr. 1.439: but φραδάον· ἑρμηνεῦον, Hsch.
φραδάω, = φραδάζω, Hesych.
φρᾰδάω
- 1make known καὶ γᾶν φράδᾶσε (v. l. φράδασσε) N. 3.26