φρακτικός Save LSJ Bailly 2024 Pape φρακ-τικός, ή, όν, = κατάφρακτος, Ath. 5.214a (nisi leg. καταφρακτικός). φρακτικός, ή, όν, c. κατάφρακτος, Ath. 214a. φρακτικός, = κατάφρακτος, Ath. V.214a.