χορτοφαγέω
χορτοφαγέω, eat hay
χορτο-φᾰγέω,
- eat hay, PTeb. 703.68 (iii B. C.).
χορτο·φαγέω-ῶ [ᾰ] manger du fourrage, Bardesan. (Eus. P.E. 273c).
Étym. χόρτος, -φαγος de φαγεῖν.
χορτοφαγέω, eat hay