χρέμμα
χρέμμα, spittle, expecloration
χρέμμα, ατος, τό,
- spittle, expecloration, D.L. 2.67 (sed leg. κράματι).
χρέμμα, ατος (τὸ) crachat, DL. 2, 67.
Étym. χρέμπτομαι.
χρέμμα, τό, Auswurf, Spucke, DL. u. a.Sp.