χρυσοπάτωρ Save LSJ Bailly 2024 χρῡσο-πάτωρ [ᾰ], ορος, ὁ, Nonn. D. 47.471. χρυσο·πάτωρ, ορος (ὁ, ἡ) [ῡᾰ] c. le préc. Nonn. D. 47, 471.