χρυσοποίκιλτος
χρῡσο-ποίκιλτος, ον, = foreg., IG ΙΙ(2).287 B 72 (Delos, iii B. C.), Inscr.Délos 380.63 (ii B. C.), D.S. 18.26.
χρυσο·ποίκιλτος, ος, ον [ῡ] plaqué d’or, DS. 18, 26 ; Clém. 216.
Étym. χρ. ποικίλλω.
χρυσοποίκιλτος, [ῡ], = χρυσοποίκιλος, φοινικίς DS. 17.26, u. a.Sp.