χῶσμα Save LSJ Bailly 2024 Pape χῶσμα, ατος, τό, late form for χῶμα, D.S. 24.3 cod. χῶσμα, ατος (τὸ) c. χῶμα, DS. Exc. p. 575, 25. χῶσμα, τό, = χῶμα.