ψευδαγγελής
ψευδαγγελ-ής, ές,
- = ψευδάγγελος, ψευδαγγελὴς εἶνʼ Ar. Av. 1340 codd. (ψευδαγγελήσειν Bentl.).
ψευδ·αγγελής, ής, ές, c. ψευδάγγελος, Ar. Av. 1340.
ψευδαγγελής, ές, = ψευδάγγελος, Ar. Av. 1340.