ψώϊζος Save Pape ψώϊζος, ἡ (vgl. ψώα), nach Hesych. ἄφοδος ὑγρὰ ἢ ὄνθος, δυσωδία καὶ ἣν καλοῦσι μίνθον, οἱ δὲ αὐχμὸν ἢ μόλυσμα ; – nach Andern ψώϊζος adj., = faulig, stinkend.