Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγκυρίττει
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγκυλόρινος
ἀγκύλος
ἀγκυλοτόμον
ἀγκυλότοξος
ἀγκυλόφρων
ἀγκυλοχείλης
ἀγκυλόχειλος
ἀγκυλοχήλης
ἀγκυλόω
ἀγκύλωμα
ἀγκυλῶνυξ
ἀγκύλως
ἀγκύλωσις
ἀγκυλωτά
ἀγκυλωτός
ἄγκυρα
Ἄγκυρα
ἀγκυράγωγος
Ἀγκυρανός
ἀγκύρειος
ἀγκυρηβόλιον
ἀγκύρια
ἀγκυρίζω
ἀγκύριον
Ἀγκύριον
Ἀγκύριος
ἄγκυρις
ἀγκυρίς
ἀγκύρισμα
ἀγκυρίτης
ἀγκυρίττει
ἀγκυροβολέω
ἀγκυροβολία
ἀγκυροβόλιον
ἀγκυροβόλος
ἀγκυροειδής
ἀγκυρόμαχος
ἀγκυρομάχος
ἀγκυρομήλη
Ἀγκυροπολίτης
ἀγκυρουχία
ἀγκύρωμα
Ἀγκυρῶν πόλις
ἀγκυρωτός
ἄγκυστρον
Ἀγκύωρ
Ἀγκωβαρῖτις
ἀγκωβόλος
ἀγκώδης
ἀγκωλιάζω
ἀγκών
Ἀγκών
ἀγκωνάριον
ἀγκώνη
ἀγκωνίζω
ἀγκώνιον
Ἀγκώνιος
ἀγκωνίσκιον
ἀγκωνίσκος
ἀγκωνισμός
Ἀγκωνιτανός
…
ἀγκυρίττει
Save
LSJ
DGE
ἀγκυρ-ίττει·
μεταμέλεται
(Cret.),
Hsch.
ἀγκυρίττει·
cret.
καταμάχεται
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}