ἀγριάνθρωπος
ἀγριάνθρωπος, wild man, savage
ἀγρι-άνθρωπος, ου, ὁ,
- wild man, savage, Ps.-Callisth. 3.28.
salvaje
ἄνδρες ... ἱμαντόποδες ἀγριάνθρωποι
ἀγριάνθρωπος, wild man, savage
salvaje
ἄνδρες ... ἱμαντόποδες ἀγριάνθρωποι