Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγριεύς
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἀγριάδες
ἀγριάδια
ἀγρίαζε
Ἀγρίαι
ἀγριαῖνον
ἀγριαίνω
ἀγριαίξ
ἀγριαῖον
ἀγριάμπελος
Ἀγριᾶνες
ἀγριανή
Ἀγριάνης
ἀγριάνθρωπος
ἀγριάνια
Ἀγριανικός
Ἀγριάνιος
Ἀγριανόμη
ἀγριαπιδέα
ἀγρίαππις
ἀγριάς
Ἀγριαύλη
ἀγριαχράς
ἀγριάω
ἀγριβρόξ
ἀγρίδιον
ἀγριέες
Ἀγριεῖς
ἀγριελαία
ἀγριελάινος
ἀγριέλαιος
ἀγριεύς
ἀγριεύω
Ἀγρίζαμα
ἀγρίζομαι
ἀγρίζω
ἀγριηνά
ἀγριηνός
Ἀγρικόλας
ἀγρικός
Ἀγρικός
Ἀγρίλιον
ἀγριμαῖον
ἀγριμαῖος
ἀγριμέλισσα
Ἀγρίνιον
ἄγρινοι
ἀγρῖνος
ἀγριοαγγουραία
ἀγριόαιξ
ἀγριοαπίδιον
ἀγριοαππίδιον
ἀγριοβάλανος
ἀγριοβασιλικός
ἀγριοβλησκούνιον
ἀγριόβουλος
ἀγριόβους
ἀγριογνώμων
ἀγριοδαίτης
ἀγριοδαμάσκηνον
ἀγριόδαυκον
ἀγριόεις
…
ἀγριεύς
Save
LSJ
DGE
ἀγρ-ιεύς·
ἀγροῖκος,
Hsch.
ἀγριεύς
-έως, ὁ
campesino
,
hombre rústico
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}