Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγριόμηλα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγριόκαρδον
ἀγριόκαρδος
ἀγριοκαρύα
ἀγριοκάρυδον
ἀγριοκάρυον
ἀγριοκάττα
ἀγριοκινάρα
ἀγριοκοκκύμηλα
ἀγριοκοκκυμηλέα
ἀγριοκοκκύμηλον
ἀγριοκολοκάσιον
ἀγριοκολοκύνθη
ἀγριοκολοκύντη
ἀγριόκρινον
ἀγριοκρόμμυον
ἀγριοκύμινον
ἀγριοκυπάρισσος
ἀγριολαθυρίδιν
ἀγριολάπαθον
ἀγριολάχανα
ἀγριολάχανον
ἀγριολειχήν
ἀγριολειχῆναι
ἀγρίολον
ἀγριομαιούλιον
ἀγριομαλάχη
ἀγριομαρούλιον
ἀγριομέλισσα
ἀγριομελιτίνη
ἀγριομέλιττα
ἀγριόμηλα
ἀγριόμηλον
ἀγριομολόχη
ἀγριόμορφος
ἀγριομυρίκη
ἀγριομύρμηξ
ἀγριόμωρος
ἄγριον
ἀγριονάρθηξ
ἀγριόνους
ἀγριοορείγανος
ἀγριοπαπαρίνα
ἀγριοπάστης
ἀγριοπετεινάλιον
Ἀγριόπη
ἀγριοπήγανον
ἀγριοπηγός
ἀγριοποιέω
ἀγριοποιός
Ἀγρίοπος
ἀγριόπρασον
ἀγριοπρόσωπος
ἀγριορίγανος
ἀγριόρνιθες
ἀγριόρροδον
ἄγριος
Ἄγριος
ἀγριοσέλινον
ἀγριοσίκυον
ἀγριόσκορδον
ἀγριοσπαθούλα
…
ἀγριόμηλα
Save
Bailly 2024
ἀγριό·μηλα,
ων
(
τὰ
) pommes sauvages,
Diosc.
1, 163
.
Étym.
ἄ. μῆλον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}