ἀγριοποιέω
ἀγριοποιέω, to make wild
ἀγριο-ποιέω,
- to make wild, Sch. A. Pers. 613.
hacer salvaje
τοὺς ἀμέτρως πίνοντας τὸ πόμα
ἀγριοποιέω, wild machen, Schol. Bon.
ἀγριοποιέω, to make wild
hacer salvaje
τοὺς ἀμέτρως πίνοντας τὸ πόμα