ἀζαυτός Save LSJ ἀζαυτός· παλαιότης, καὶ κόνις, Hsch. ἀζαχής, ές, = σκληρός, χαλεπός: also = ἀδιάλειπτος (cf. ἀζηχής), Hsch. ἀζεινοί (cod. ἀζην-) · κύκνοι ταῖς πτέρυξιν ἀπολαμβάνοντες ἀέρα, Id. ἀζείρει· ξηραίνει, Id. (ἀζήρει Suid.).