ἀκρόγωνος
1 fig. piedra angular (sc. λίθος) de Cristo
Σωτῆρα τὸν ἀκρόγωνον ἐκμιμούμενος
2 subst. τὸ ἀ. ángulo extremo, límite extremo
τῆς ἐπαύλεως
ἀκρό·γωνος, ος, ον, c. le préc. Naz. 2, 135, etc.
1 fig. piedra angular (sc. λίθος) de Cristo
Σωτῆρα τὸν ἀκρόγωνον ἐκμιμούμενος
2 subst. τὸ ἀ. ángulo extremo, límite extremo
τῆς ἐπαύλεως