ἀκυβέρνητος
ἀκυβέρνητος, without steersman
ἀκῠβέρνητος, ον,
- without steersman, Ph. 1.219, Plu. Caes. 28, Luc. JTr. 46: metaph., θυμός Ph. Fr. 110 H., cf. 1.696; ἀμέλεια Onos. 33.2.
sin timonel
πλοῖον
ἐν ἀναρχίᾳ πόλιν ὥσπερ ναῦν ἀ. ὑποφερομένην
• fig.
θυμός
ἄνθρωπος
ἀ·κυβέρνητος, ος, ον [ῠ] sans pilote, Plut. Cæs. 28, M. 501d ; Luc. J. tr. 46.
Étym. ἀ, κυβερνάω.
ἀκυβέρνητος, ohne Steuermann, Plut., z.B. Caes. 28 ; Sp. haben auch das subst. ἀκυβερνησία.
ἀκυβέρνητος
κυβερνάω
- without steersman, Plut.