ἀκύκλωτος
ἀκύκλωτος, ον,
- not surrounded, Tz. H. 8.596. ἀκυλαῖον, τό, = ἄκυλος, Orac. ap. Eus. PE 4.20. ἀκυλεής· ἀετός, Hsch.
no rodeado
τι μέρος (τῆς οἰκουμένης)