ἀλλάβης Save DGE Bailly 2024 Pape ἀλλάβης v. ἀλάβης. ἀλλάβης (ὁ) c. ἀλάβης, Ath. 312a ; gén. pl. -ήτων, Geop. 20, 7. ἀλλάβης, (s. auch ἀλαβής) Nilfisch.