ἀμφέλκομαι Save DGE Bailly 2024 ἀμφέλκομαι trazar alrededor Τριτωνίδος ὕδατα λίμνης, ἥτε μέση Λιβύης ἀμφέλκεται εὐρέα κόλπον D.P.268. ἀμφ·έλκομαι (seul. prés.) tirer, d’où étendre autour de soi, DP. 268.