ἀμφέπω
ἀμφέπω, v. ἀμφιέπω.
ἀμφ·έπω (seul. prés. et impf. ἄμφεπον) poét. c. ἀμφιέπω, Il. 16, 124 ; 18, 348 ; Od. 8, 437 ; Pd. O. 1, 12 ; 6, 95 ; P. 3, 51, etc. ; Soph. El. 651, Ant. 1118 ; Eur. I.T. 1248, etc.
ἀμφέπω, Hom. Soph. Eur., = ἀμφιέπω.
ἀμφέπω (-έπει; -έπων, -έποντʼ(α); -έπειν.
- 1 attend to, minister to
- a of men, worship Ἱέρων φοινικόπεζαν ἀμφέπει Δάματρα λευκίππου τε θυγατρὸς ἑορτὰν καὶ Ζηνὸς Αἰτναίου κράτος O. 6.95
- b of divinities, protect τὸν δʼ ἀμφέποντʼ αἰεὶ φρασὶν δαίμον ἀσκήσω P. 3.108
- c of physician, attend to ἄλλον ἀλλοίων ἀχέων ἔξαγεν, τοὺς μὲν μαλακαῖς ἐπαοιδαῖς ἀμφέπων (sc. Asklepios.) P. 3.51
- d met., devote oneself to ἀρίστευον παῖδες ἀνορέᾳ χάλκεον στονόεντʼ ἀμφέπειν ὅμαδον I. 8.25
- 2 possess, enjoy
- a Ἱέρωνος θεμιστεῖον ὃς ἀμφέπει σκᾶπτον O. 1.12 νῦν δὲ παρʼ Αἰγιόχῳ κάλλιστον ὄλβον ἀμφέπων ναίει (sc. Herakles.) I. 4.59
- b of gods, possess, be guardian of μυχόν τʼ ἀμφέπει μαντήιον sc. Apollo P. 5.68 καλλίσταν πόλιν ἀμφέπει κλεινάν τʼ ἀέθλοις (sc. the nymph Libya.) P. 9.70
- c cherish, enjoy μάλα δʼ ἐθέλοντι σύμπειρον ἀγωνίᾳ θυμὸν ἀμφέπειν N. 7.10 πατρὶ Σωγένης ἀταλὸν ἀμφέπων θυμὸν N. 7.91 met., of an oak, μόχθον ἄλλοις ἀμφέπει δύστανον ἐν τείχεσιν (codd.: ἀμφέπῃ coni. Heyne.) P. 4.268
- 3 possess, met., surround, crown ἐγὼ δὲ τόδε τοι πέμπω μεμιγμένον μέλι λευκῷ σὺν γάλακτι, κιρναμένα δʼ ἔερσʼ ἀμφέπει N. 3.78
- 4 frag. ]χος ἀμφέπο[ισʼ ἄν]θεα δρέπῃ (supp. Lobel.) Πα. 12. 4. γλώ]σσαργον ἀμφέπων ἐρεθίζομαι πρὸς ἀυτά[ν fr. 140b. 13. χ]άριν [ἀμ]φέπων χρυ[σο]πʼ[ (supp. Lobel.) fr. 215b. 8.
ἀμφέπω : see ἀμφιέπω.