ἀνθερίσκος
ἀνθερ-ίσκος, ὁ,
- = ἀνθέρικος, dub. in AB 403.
ἀνθερίσκος, ου (ὁ) c. ἀνθέρικος, Lgs 1, 10.
ἀνθερίσκος, ὁ, = ἀνθέρικος, B.A. 403, der Stengel des Asphodelos ; u. dah. auch Long. 1.10, nicht zu bezweifeln.