ἀντιπεριτρέπω
1 tr. en v. act. oponer a su vez
ἐγὼ ... ὑμῖν τοῦτό γε ἀντιπεριτρέψω
2 intr. en v. med.-pas. volverse contra c. dat.
ἀντιπεριτραπείσης αὐτοῖς τῆς ἰδίας κακουργίας
1 tr. en v. act. oponer a su vez
ἐγὼ ... ὑμῖν τοῦτό γε ἀντιπεριτρέψω
2 intr. en v. med.-pas. volverse contra c. dat.
ἀντιπεριτραπείσης αὐτοῖς τῆς ἰδίας κακουργίας