ἀργοποιός
ἀργοποιός, making idle
ἀργο-ποιός, όν,
- making idle, Plu. Num. 22.
indolente
τὴν περὶ τὸ θεῖον εὐλάβειαν ἐπιχλευάσας καὶ καθυβρίσας ὡς ἀργοποιόν
ἀργο·ποιός, ός, όν, qui rend paresseux, Plut. Num. 22 (ἀργός 2, ποιέω).
ἀργοποιός, faul machend, Plut. Num. 22.
ἀργοποιός
ἀργός ἀεργός, ποιέω
- making idle, Plut.