ἀρχιδεσμοφύλαξ
ἀρχιδεσμοφύλαξ, chief gaoler
ἀρχι-δεσμοφύλαξ [ῠ], ακος, ὁ,
- chief gaoler, LXX Ge. 39.21, Ph. 1.290 (pl.):—also ἀρχι-δεσμώτης, ου, ὁ, LXX Ge. 40.4.
alcaide de prisión, LXX Ge.39.21, 22, 23, Ph.1.290.
ἀρχι·δεσμοφύλαξ, ακος (ὁ) [ῐῠᾰκ] geôlier-chef, Spt. Gen. 39, 21.
ἀρχιδεσμοφύλαξ, ακος, ὁ, Oberaufseher des Gefängnisses, LXX.