ἀρχιερανιστής Save LSJ DGE Pape ἀρχιερᾰνιστής, v. ἀρχερανιστής. ἀρχιερανιστής v. ἀρχερανιστής. ἀρχιερανιστής, ὁ, = ἀρχερανιστής, Inscr. 126.