ἀρχιπροστατέω
ἀρχιπροστατέω, hold office of chief
ἀρχι-προστᾰτέω,
- hold office of chief προστάτης συναγωγῆς, Sammelb. 626 (Ptolem.).
presidir una asociación militar
ἀ[ρ]χιπρ[ο]στατοῦντος Σωσάνδρου A[ἰ]τωλοῦ [λ]αάρχου καὶ ἱππάρχου