About Report a problem

Menu

ἀρχιπαραφύλαξ

ἀρχιπαραφύλαξ, chief of παραφύλακες

ἀρχι-παραφύλαξ [ῠ], ακος, ὁ,
  • chief of παραφύλακες (q. v.), OGI 476.8.

Saved

Recent