ἀσκληπιάδειος
I métr.
μέτρον Ἀσκληπιάδειον
verso asclepiadeoκατὰ στίχον
II
1 propio de Asclepíades τόλμαν Ἀσκληπιάδειον
• subst. οἱ Ἀ. los seguidores de Asclepíades Gal.2.34.
2 del asclepíada, e.d., del médico
τὴν Ἀσκληπιάδειον τέχνην