ἀσκότιστος Save DGE Bailly 2024 ἀσκότιστος -ον libre de toda tiniebla πάσχα φωτεινὸν καὶ ἀσκότιστον ὅλον τὸν χρόνον Gr.Nyss.Res.298.9. ἀ·σκότιστος, ος, ον, dégagé de l’obscurité, clair, Nyss. Étym. ἀ, σκοτίζω.