ἀσσότερος
1 más cercano c. gen.
τὸ μὲν ... ἀσσότερον βορέαο
ἠελίου ... ἀλωαὶ ... ἀσσότεραι
ἀσσοτέρας μαλεροῖο πυρὸς τέχνας μογέουσιν
ἵνα ... ἡ κεφαλὴ τῇ κεφαλῇ ἀσσοτέρα γένηται
2 adv.
ἀσσοτέρω
más cercaπυρός
ἀ. καθίσασα ... πυρί
ἀσσότερος, α, ον, plus proche, Arat. (Stob. Ecl. 1, 546) ; Opp. C. 4, 121.
Étym. Cp. formé d’ἆσσον.