ἀχαιϊνέη Save DGE Bailly 2024 ἀχαιϊνέη ἀχαιΐνη v. 2 ἀχαΐνη. ἀχαιϊνέη, ης (ἡ) [ᾰῐν] c. ἀχαΐνη, A. Rh. 4, 175 ; Opp. C. 2, 426.