Ἀχαιμένιος Save DGE Bailly 2024 Ἀχαιμένιος -α, -ον aquemenio, persa δῆριν Ἀχαιμενίην AP 6.332 (Hadr.). Ἀχαιμένιος, α, ον [ᾰ] de Perse, Anth. 6, 332 ; οἱ Ἀχαιμένιοι, les Perses, A. Pl. 4, 118.