ἁλιβαφής
ἁλιβᾰφής, ές,
- = ἁλίβαπτος, πολύδονα σώμαθʼ ἁλιβαφῆ restored in A. Pers. 275 (lyr.) for ἁλίδονα σώματα πολυβαφῆ.
bañado por el mar
σώματα