ἁλικρόκαλος
ἁλικρόκαλος, shingly, pebbly
ἁλι-κρόκᾰλος, ον,
- shingly, pebbly, Orph. A. 335.
lleno de guijarros
ἀκταί
ἁλι·κρόκαλος, ος, ον [ᾰᾰ] parsemé de galets, Orph. Arg. 337.
Étym. ἅ. κροκάλη.
ἁλικρόκαλος, ἀκταί, meerkiesig, Orph. Arg. 333.