ἁλώδης
ἁλώδης, like salt
ἁλώδης, ες,
- like salt, Plu. QConv. 2.627f.
salino
ἐπίπαγος
ἁλώδης, ης, ες [ᾰ] salin, Plut. M. 627f (ἅλς 2, -ώδης).
ἁλώδης, ες, salzartig, Plut. Symp. 1.9.4.
ἁλώδης, like salt
salino
ἐπίπαγος