ἄδαστος
ἄδαστος, undivided
ἄδαστος, ον, (δάσασθαι)
- undivided, S. Aj. 54; also ἄδατος, Hsch.
no dividido
λείας ἄδαστα ... φρουρήματα
• jur. en un contrato de venta indiviso
τὸ ἥμισον ... τῶν ἐνεόντων πάντων κοινῶν καὶ ἀδάστων
ἄ·δαστος, ος, ον, non partagé, Soph. Aj. 54 (ἀ, δαίω 1).
ἄδαστος, ungeteilt, Soph. Aj. 54.
ἄδαστος
δατέομαι
- undivided, Soph.