ἄλεξις
ἀλεξίπονος, εως, ἡ,
- help, EM 59.23.
- II Κῷοι ἄλεξιν τὸν Ἡρακλέα νομίζουσιν Aristid. 1.34J.
ayuda, protección
θεῖα ἄ.
• como epíclesis de héroes
Κῷοι ... Ἄλεξιν τὸν Ἡρακλέα νομίζουσιν
ἄλεξις, εως (ἡ) [ᾰ] secours, protection, Arstd. t. 1, 60.
Étym. ἀλέξω.
ἄλεξις, ἡ, Schutz, Hilfe, Aristid.