ἄττανα
ἄττανα, cake
ἄττανα· τήγανα, Hsch.:—hence ἀττᾰνίτης, ου, ὁ,
- a kind of cake, coupled with τηγανίτης, Hippon. 36.3:—also ἀττανίδες, αἱ, Hsch.