ἅρμοσις
ἅρμοσις, tuning
ἅρμ-οσις, εως, ἡ,
- tuning, Phryn. PS p.24 B. (pl.): metaph. of numbers, Theol.Ar. 54 (pl.).
1 mús. afinación
ἁρμογή, μουσικὸν τοὔνομα, τιθέμενον ἐπὶ τῶν ἁρμόσεων, ἃς ποιοῦνται οἱ μουσικοί
2 de números armonía
παγκάλως τε καὶ παραλλήλως ἡρμοσμένως πάσας ἁρμόσεις
ἅρμοσις, das Ordnen, Leiten, das Zusammenfügen.