Ἀρχέπτολις Save DGE Bailly 2024 Ἀρχέπτολις v. Ἀρχέπολις. Ἀρχέ·πτολις, εως (ὁ) Arkhéptolis, h. Plut. Them. 32. Étym. ἄρχω, πτόλις ; cf. Ἀρχέπολις.