ἐνειλινδέομαι Save LSJ Bailly 2024 ἐνειλινδέομαι, v.l. for ἐναλινδέομαι (q.v.), J. BJ 4.9.10. ἐν·ειλινδέομαι-οῦμαι, se rouler dans, Jos. B.J. 4, 9, 10.