ἐνενηκοστόπρωτος
ἐνενηκοστόπρωτος, ninety-first
ἐνενη-κοστόπρωτος, η, ον,
- ninety-first, Tz. H. 13.530:
nonagésimo primero
τόπος τριακοσιοστός ἐ.
ἐνενηκοστόπρωτος, ninety-first
nonagésimo primero
τόπος τριακοσιοστός ἐ.