ἐξεγγύη Save ἐξεγγύη, pledge, surety (ἐγγύη) LSJ Bailly 2024 Pape ἐξεγγῠ-η, ἡ, f.l. for ἐγγύη, Is. 5.3. ἐξεγγύη, ης (ἡ) c. le suiv. Is. 50, 24. ἐξεγγύη, ἡ, = ἐξεγγύησις, Isae. 5.3.