ἐσκαταβαίνω
ἐσ·καταβαίνω, v. εἰσκαταβαίνω.
ἐσκαταβαίνω
[ἐσ-, εἰσ- 1 + κατα- 1.]
To go or proceed down to.
With acc.: ὄρχατον ἐσκαταβαίνων Od. 24.222.
[ἐσ-, εἰσ- 1 + κατα- 1.]
To go or proceed down to.
With acc.: ὄρχατον ἐσκαταβαίνων Od. 24.222.